Το Τραγούδι Της Διαδρομής
Για τους φίλους μας: Η παρακάτω ιστορία αναφέρεται στο «Μονοπάτι των Δακρύων». Ο Υπολοχαγός John G. Burnett παρευρέθηκε στην απομάκρυνση των Ινδιάνων Τσερόκι από την γη τους το 1838. Το 1890, διηγείται την ιστορία στα παιδιά και τα εγγόνια του. Θα θέλαμε να μοιραστούμε αυτή την ιστορία μαζί σας στα ελληνικά έτσι ώστε να μπορέσετε να κατανοήσετε καλύτερα τον ύμνο μας για την κα. Ross, η οποία αποτελεί ηρωικό παράδειγμα ανιδιοτελούς ανθρώπου. Αυτό που ονομάζουμε «Μονοπάτι των Δακρύων» συνεχίζει να υπάρχει μέχρι σήμερα σε πολλά μέρη του κόσμου, στη Μέση Ανατολή, το Θιβέτ, την Αφρική και αλλού. Θα μοιραστούμε μαζί σας αυτήν την διήγηση παρμένη από την ιστορία της Αμερικής με την ελπίδα ότι και άλλοι ήρωες της συμπόνιας και της ανεκτικότητας θα παρουσιαστούν για να βοηθήσουν στο μακρύ ταξίδι μας για την προάσπιση της ειρήνης και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Mitakuye oyasin – Είμαστε όλοι συνδεδεμένοι μεταξύ μας. Από την Γυναίκα Άσπρο Βούβαλο (White Buffalo Woman) της φυλής Σιού.
ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ
Σήμερα, στις 11 Δεκεμβρίου 1890, έχω τα γενέθλιά μου και γίνομαι ογδόντα χρονών. Γεννήθηκα στο Kings Iron Works στην Επαρχία Σάλιβαν του Τennessee, στις 11 Δεκεμβρίου του 1810. Αντρώθηκα στην περιοχή του ποταμού Beaver και τριγυρνούσα στο δάσος κυνηγώντας ελάφια, το Αγριογούρουνο και το Λύκο των Δασών – συχνά περνώντας εβδομάδες μόνος μέσα στην μοναξιά της άγριας φύσης με μόνους συντρόφους το τουφέκι μου, το κυνηγετικό μου μαχαίρι και ένα μικρό τσεκούρι που κουβαλούσα στη ζώνη μου σε όλες μου τις περιπλανήσεις στην άγρια φύση..
…Η απομάκρυνση των Ινδιάνων Τσερόκι από τις πατρογονικές εστίες τους το 1838 με βρήκε νεαρό άντρα στο ξεκίνημα της ζωής μου και απλό στρατιώτη του αμερικανικού στρατού. Έχοντας γνωρίσει πολλούς Ινδιάνους και ξέροντας να μιλώ καλά τη γλώσσα τους, στάλθηκα ως διερμηνέας στο Smoky Mountain τον Μάιο του 1838 και ήμουν μάρτυρας στην εκτέλεση της πιο βάρβαρης διαταγής της πολεμικής ιστορίας της Αμερικής. Είδα αβοήθητους Τσερόκι να συλλαμβάνονται και να σέρνονται μακριά από τις εστίες τους και να οδηγούνται με τις ξιφολόγχες στα ξύλινα οχυρά. Ήταν ένα Οκτωβριανό πρωινό, μέσα στην ψύχρα ενός ψιλόβροχου, η μέρα που τους είδα φορτωμένους σαν κοπάδι ζώων πάνω σε εξακόσια σαράντα πέντε άμαξες να ξεκινούν το ταξίδι τους προς τη δύση.
Η θλίψη και η λυπηρή επισημότητα αυτού του πρωινού δεν θα μπορέσουν να ξεχαστούν ποτέ. Ο Αρχηγός John Ross είπε την προσευχή και όταν ακούστηκε η σάλπιγγα και οι ρόδες άρχισαν να κυλούν, πολλά από τα παιδιά στάθηκαν στις μύτες των ποδιών τους και κούνησαν τα χέρια τους αποχαιρετώντας τα βουνά τους, όπου ήταν το σπίτι τους, γνωρίζοντας ότι τα άφηναν για πάντα πίσω. Πολλοί από αυτούς τους αβοήθητους ανθρώπους δεν είχαν κουβέρτες και άλλοι είχαν συρθεί ξυπόλυτοι έξω από τα σπίτια τους ..
Το πρωινό της 17ης Νοεμβρίου συναντήσαμε ένα τρομερό χιονόνερο και χιονοθύελλα με θερμοκρασίες ανυπόφορου ψύχους και από εκείνη την ημέρα ώσπου το τέλος του μοιραίου ταξιδιού, την 26η Μαρτίου του 1839, τα μαρτύρια που υπέστησαν οι Τσερόκι ήταν αβάσταχτα. του μοιραίου ταξιδιού, την 26η Μαρτίου του 1839, τα μαρτύρια που υπέστησαν οι Τσερόκι ήταν αβάσταχτα. Το μονοπάτι της εξορίας ήταν το μονοπάτι του θανάτου τους. Έπρεπε να κοιμούνται στις άμαξες και πάνω στο γυμνό έδαφος χωρίς φωτιά. Γνώριζα είκοσι δύο από αυτούς που πέθαναν μέσα σε μια νύχτα λόγω έλλειψης φαρμάκων, κρύου και έκθεσης στο ψύχος.
Ανάμεσα σε αυτούς που απεβίωσαν στη διαδρομή ήταν και η σύζυγος του Αρχηγού John Ross. Αυτή η γυναίκα με την ευγενική καρδιά πέθανε μαρτυρικά όταν έδωσε τη μοναδική της κουβέρτα για να σκεπάσει ένα άρρωστο παιδί. Η ίδια περπατούσε πολύ ελαφρά ντυμένη μέσα στο πυκνό χιονόνερο και την χιονοθύελλα, παθαίνοντας πνευμονία με αποτέλεσμα να πεθάνει τις γαλήνιες ώρες μιας παγερής χειμωνιάτικης νύχτας έχοντας γύρει το κεφάλι της πάνω στην κουβέρτα της σέλας του Υπολοχαγού Gregg.
Ήμουνα επιφυλακή την νύχτα που πέθανε η κα. Ross. Όταν τελείωσε η βάρδια μου τα μεσάνυχτα δεν αποσύρθηκα αλλά έμεινα κοντά στην άμαξα από συμπόνια για τον Αρχηγό Ross και αφού ξημέρωσε, μετά από διαταγή του Λοχαγού McClellan, συμμετείχα σε άγημα για την ταφή των άλλων άτυχων που πέθαναν στην διαδρομή. Το σώμα της θάφτηκε χωρίς φέρετρο σε έναν ρηχό τάφο κοντά στον δρόμο μακριά από τα πατρογονικά της βουνά και η πομπή συνέχισε την θλιβερή της πορεία.
ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
Το μακρύ οδυνηρό ταξίδι προς τα δυτικά τελείωσε την 26η Μαρτίου του 1839 αφήνοντας πίσω του 4.500 σιωπηλούς τάφους από τους πρόποδες των Smoky Mountains ως την περιοχή που είναι γνωστή ως η Ινδιανική επικράτεια στα Δυτικά. Η απληστία της λευκής φυλής ήταν η αιτία για όσα υπέστησαν οι Τσερόκι..
…Το 1828, ένας μικρός Ινδιάνος που ζούσε στον ποταμό Ward πούλησε ένα μικροσκοπικό κομματάκι χρυσό σε ένα λευκό έμπορο και αυτό το κομματάκι σφράγισε την καταδίκη των Τσερόκι. Σε πολύ λίγο χρόνο, η χώρα πλημμύρισε από οπλισμένους λήσταρχους που ισχυρίζονταν ότι ήταν κυβερνητικοί πράκτορες, οι οποίοι παραβίαζαν χωρίς ενδοιασμούς τα δικαιώματα των Ινδιάνων που ήταν οι νόμιμοι κάτοχοι της περιοχής. Τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν αμαυρώνουν και ντροπιάζουν τον πολιτισμό. Άνθρωποι δολοφονούνταν εν ψυχρώ. Οι εκτάσεις γης κατάσχονταν. Οι εστίες καίγονταν και οι κάτοικοι εκδιώκονταν από τους λήσταρχους που διψούσαν για χρυσό.
….Άντρες που δούλευαν στα χωράφια συλλαμβάνονταν και οδηγούνταν στα οχυρά. Οι γυναίκες σέρνονταν έξω από τα σπίτια τους από στρατιώτες που μιλούσαν μια ακατανόητη γλώσσα. Τα παιδιά συχνά χωρίζονταν από τους γονείς τους και οδηγούνταν σε οχυρά έχοντας για μόνο σκέπασμα τον ουρανό και τη γη για μαξιλάρι. Επίσης, τους πιο ηλικιωμένους και άρρωστους τους σκουντούσαν με τις ξιφολόγχες για να τους χώσουν γρήγορα μέσα στα ξύλινα οχυρά. Σ’ ένα σπίτι μια φορά ο θάνατος τους είχε επισκεφτεί τη νύχτα και είχε πάρει ένα παιδί με θλιμμένο πρόσωπο που τώρα βρισκόταν ξαπλωμένο πάνω σ’ ένα δέρμα αρκούδας, ενώ κάποιες γυναίκες ετοίμαζαν το μικρό του σώμα για ταφή. Όλοι συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν έξω εγκαταλείποντας το παιδί στην καλύβα. Δεν γνωρίζω ποιος έθαψε το σώμα.
Σ’ ένα άλλο σπιτικό ήταν μια ασθενική μητέρα, που ήταν πιθανότατα χήρα με τρία μικρά παιδιά που το ένα ήταν ακόμα βρέφος. Όταν την διέταξαν να φύγει, η μητέρα μάζεψε τριγύρω τα παιδιά της, ψιθύρισε μια ταπεινή προσευχή στην μητρική της γλώσσα, χάιδεψε το κεφάλι του γέρικου σκύλου της οικογένειας αποχαιρετώντας το πιστό ζώο. Με το μωρό δεμένο στην πλάτη της και σφίγγοντας ένα παιδί σε κάθε της χέρι πήρε το δρόμο της εξορίας της. Όμως η δοκιμασία ήταν πολύ μεγάλη γι’ αυτή την ασθενική μητέρα. Ένα καρδιακό επεισόδιο την ανακούφισε από τα βασανιστήρια της. Έγειρε και πέθανε με το μωρό της στην πλάτη της και με τα άλλα της δυο παιδιά γαντζωμένα στα χέρια της.
Είκοσι πέντε χρόνια μετά τον ξεριζωμό ήταν τιμή μου να συναντηθώ με μια μεγάλη συντροφιά από Τσερόκι που τελούσαν υπό την υπηρεσία του αμερικανικού ομοσπονδιακού στρατού και υπό τις διαταγές του Συνταγματάρχη Thomas, οι οποίοι είχαν στρατοπεδεύσει στο Zollicoffer. Πήγα να τους δω. Οι περισσότεροι ήταν μικρά αγόρια την εποχή του ξεριζωμού, αλλά αμέσως με αναγνώρισαν ως τον «στρατιώτη που ήταν καλός με μας»… Από αυτούς έμαθα ότι ο Αρχηγός John Ross ήταν ακόμα επικεφαλής της φυλής το 1863. Άραγε ζει ακόμα; Ήταν ένας άντρας με ευγενική καρδιά και υπέφερε πολλά για την φυλή του…και η χριστιανή γυναίκα του θυσίασε τη ζωή της για ένα μικρό κορίτσι που είχε πνευμονία. Οι Αγγλοσάξονες θα πρέπει να χτίσουν μια μνημειακή στήλη εις μνήμη της ευγενικής της πράξη αυτοθυσίας να δώσει την μοναδική της κουβέρτα για να ανακουφίσει ένα άρρωστο παιδί. Κατά τύχη το παιδί ανάρρωσε, όμως η κα. Ross αναπαύεται σε έναν ανώνυμο τάφο πολύ μακριά από τα πατρογονικά της εδάφη στο Smoky Mountain.
Με κάθε ειλικρίνεια μπορώ να πω ότι έκανα ότι μπορούσα γι’ αυτούς τους ανθρώπους όταν χρειάστηκαν ένα φίλο. Είκοσι πέντε χρόνια μετά τον ξεριζωμό ζούσα στην μνήμη τους ως «ο στρατιώτης που ήταν καλός μαζί μας». Όμως, ο φόνος παραμένει φόνος είτε γίνεται από κακοποιούς που σέρνονται στο σκοτάδι είτε από ένστολους που παρελαύνουν στο άκουσμα πολεμικών εμβατηρίων. Ο φόνος είναι φόνος και κάποιος θα πρέπει να λογοδοτήσει, κάποιος θα πρέπει να δώσει εξηγήσεις για το ποτάμι του αίματος που κύλησε στις εκτάσεις των Ινδιάνων στο καλοκαίρι του 1838. Κάποιος θα πρέπει να δώσει εξηγήσεις για τους τέσσερις χιλιάδες σιωπηλούς τάφους που σημαδεύουν το μονοπάτι που διάβηκαν οι Τσερόκι που οδηγήθηκαν στην εξορία τους. Μακάρι να μπορούσα να τα σβήσω όλα, όμως η εικόνα των εξακοσίων σαράντα πέντε αμαξών να τρίζουν πάνω στην παγωμένη γη στενάζοντας από το ανθρώπινο φορτίο τους και τα δεινά του θα μένει να στοιχειώνει την μνήμη μου…
Ας είναι ο Ιστορικός του μέλλοντος αυτός που θα διηγηθεί τη θλιβερή ιστορία με τους στεναγμούς, τα δάκρυα και τα βογκητά του θανάτου. Ας είναι ο Μεγάλος Κριτής όλης της γης τελικά αυτός που θα ζυγίσει τις πράξεις μας και θα ανταμείψει τα έργα μας.
Παιδιά μου – έτσι τελειώνει η ιστορία των γενεθλίων μου που σας είχα υποσχεθεί. Αυτήν την 11η Δεκεμβρίου του 1890…
Subscribe to:
Post Comments (Atom)
No comments:
Post a Comment